Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Το "Ρέθυμνο" μας



Ήταν 22η του Σεπτέμβρη, το έτος 2000, όταν βρέθηκα ακριβώς μπροστά σε αυτήν την πορτούλα, αυτού του μικρού φάρου. Μια λέξη υπήρχε χαραγμένη σε αυτήν την πόρτα. Ακόμα δεν είχα κλείσει τα 18, κι όμως ήταν η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου. Ναι ήμουν πια φοιτητής. Σε ένα υπέροχο νησί.  Ήμουν έτοιμος να ανοίξω τα φτερά μου, να πετάξω, να αγγίξω τα όνειρά μου, να κάνω νέα όνειρα, να ερωτευτώ. Έμαθα να βάζω στόχους γλυκούς, έμαθα να απολαμβάνω κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Μετά από πολλά χρόνια συνειδητοποίησα πως δεν ήταν η πόλη. Δεν ήταν η φοιτητική ζωή. Δεν ήταν οι αδελφικοί φίιλοι που απέκτησα. Ήταν αυτή η υπέροχη ευκολία που ξυπνούσες κάθε πρωί, ο ήλιος έβρισκε τον τρόπο να μπεί από τα φύλλα του παραθύρου, έπαιρνες το λεωφορείο, ανέβαινες στο πανεπιστήμιο, απλά για να αράξεις στο κυλικείο, να μπεις και λίγο στην αίθουσα και να παρασύρεσαι στους λαβύρινθους της οικονομικής επιστήμης. Το μεσημεράκι λέσχη, μετά εκπομπούλα στο ραδιόφωνο. Μετά στο σπίτι του Περικλή. Ήρθαν και τα υπόλοιπα παιδιά. Αρχίζει να πέφτει ο ήλιος. Βολτούλα στα στενά, κρεπούλα στις βρύσες. Σπίτι του Άρη, κιθάρα, το καλύτερο του τραγούδι, «αναμνήσεις». Ωπ, πέρασε η ώρα, έχουμε και ραντεβουδάκι το βράδυ στα σκαλάκια στο μουσείο. Αρχίζει να ξημερώνει, πίσω από τη μεγάλη πύλη, σαντουιτσάκι για να ισιώσουμε από τον τύπο στο break και μετά προς κουμπέ για σπίτι. Χορέψαμε, γελάσαμε, κλάψαμε, ερωτευτήκαμε, μάθαμε άσχημα νέα από μακριά. Γίναμε οικογένεια. Είχαμε ο ένας τον άλλο. Ξαφνικά, ακούγεται ένα σφύριγμα. Ήταν η μέρα που πήραμε το τελευταίο πλοίο. Το πλοίο της ανώμαλης προσγείωσης. Ξαναγελάσαμε, ξανακλάψαμε, ξαναχορέψαμε, ξαναερωτευτήκαμε. Όμως, ήταν αλλιώς. Ο κάθ’ ένας από μας, άφησε ένα κομμάτι, στο «δικό του Ρέθυμνο». Σήμερα, μπορεί να μην έχουμε τις δουλειές που ονειρευτήκαμε. Μπορεί να μην έχουμε εξασφαλίσει την «άνεση» που κάποιοι να περίμεναν. Μπορεί να έχουμε στρές, άγχος. «Πως θα τα βγάλουμε πέρα».  Μπορεί να έχουμε χαθεί με τους φίλους μας.   Ένα πράγμα δεν μπορεί όμως να μας κλέψει κανείς. Πήραμε τόση δύναμη ψυχής εκεί, που κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει πλέον τα όνειρά μας. Εντάξει, δεν καθόμαστε στο παγκάκι της βιβλιοθήκης με θέα τη θάλασσα. Δεν είμαστε στην παραλία κάτω από τους φοίνικες και ονειρευόμαστε το μέλλον.  Όμως, ακόμα μυρίζουμε τη θάλασσα..